Νικόλαος Πέχας & Κωνσταντίνος Λάζος

 Διαβάστηκε στην εκδήλωση της 8ης Αυγούστου 2009, από τον Πρόεδρο του Συλλόγου Κωνσταντίνο Αναστασόπουλο 

 

Το κείμενο αυτό διαβάστηκε τιμητικά προς το πρόσωπο των δασκάλων μας Νικολάου Πέχα και Λάζου Κωνσταντίνου, στην εκδήλωση της 8ης Αυγούστου 2009, από τον Πρόεδρο του Συλλόγου Κωνσταντίνο Αναστασόπουλο. Η περιγραφή είναι του Καστανιώτη Καθηγητή κ. Ιωάννη Υφαντόπουλου. 

 

Γεννήθηκε στο γειτονικό μας χωριό τον Προυσό και ήρθε στην Καστανιά πολύ νέος. Εδώ ήταν ο πρώτος του διορισμός. Παντρεύτηκε την χωριανή μας Αικατερίνη, κόρη του Δημητρίου Σιάτρα και έφεραν στον κόσμο τρία παιδιά, τον Βαγγέλη, τη Βάσω και τη Χρυσούλα. Τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, από το 1923 μέχρι και το 1958 που πήρε την σύνταξή του, από τα χέρια του πέρασαν όλα τα παιδιά του χωριού μας, ήταν ο δάσκαλός μας. 

 

Δύσκολα χρόνια, τα παιδιά μεγάλωσαν μέσα στη φτώχεια, την ανέχεια, τις ασθένειες, το κρύο, τον πόλεμο, τον εμφύλιο. Οι γονείς μας ακόμα χειρότερα, γιατί μοχθούσαν καθημερινά σκάβοντας ή οργώνοντας τη γη, πότιζαν τα χωράφια τους, κλάδευαν τα δέντρα τους και τις κληματαριές τους, μάζευαν τις σοδειές τους και θέριζαν και αλώνιζαν τα σιτάρια τους. 

 

Πολλές και μεγάλες οι δυσκολίες, αλλά δέθηκαν με τον τόπο, τον αγάπησαν υπερβολικά. Γίνανε ένα με τη γη, με τα ζώα, με τα πράγματά τους, με τους συγχωριανούς τους. Όλα αυτά αποτέλεσαν πλέον τις ρίζες μας. Ρίζες γερές, είναι αυτές που μας έφεραν σήμερα όλους εδώ.  

 

Με τον δάσκαλό τους τα παιδιά περνούσανε τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στο σχολείο. Μερικές φορές μάλιστα κάνανε μάθημα πρωί και απόγευμα. Ήταν σπουδαίος δάσκαλος και άριστος παιδαγωγός. Το "πιστεύω" του "όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος". Την πεποίθηση του αυτή την εφάρμοζε καθημερινά και σε μόνιμη βάση. 

 

Παντοτινός σύντροφος του στο δρόμο ήταν μια κρανόλουρα με πολλούς κόμπους, για να πονάει πιο πολύ και το ξύλο να φέρνει αποτέλεσμα. 

 

Δεν υπήρξε μαθητής και μαθήτρια που να μην έχει φάει ξύλο απ' το σεβαστό μας δάσκαλο. Ξύλο δικαιολογημένο όμως και ποτέ άδικο. - Σας βαράω, μωρέ, μας έλεγε, για να μάθετε γράμματα. Αυτά θα σας κάνουν ανθρώπους. "Τα γράμματα ανοίγουν τα μάτια της ψυχής" έλεγε ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τ' ακούτε αυτό ή όχι;  

 

Ο δάσκαλος ήταν ένα άσβηστο κερί που καθημερινά έλιωνε για να φωτίζει και να οδηγεί στο δρόμο της μάθησης και της αρετής τα παιδιά. Σ' αυτόν κυρίως οφείλουν όλοι οι μαθητές του, το "ευ ζην". 

 

Απ' τα μαθήματα που δίδασκε, χωρίς να κάνει καμία εξαίρεση, συμπαθούσε ιδιαίτερα τα Μαθηματικά και την Ωδική. 

 

Ένα ποίημα μάλιστα του Ζαχαρία Παπαντωνίου με τίτλο «Ο πεύκος» το ξεχώριζε από τα άλλα. 

 

Ένας πεύκος μες στον κάμπο

γέρασε ο φτωχός.

Στέκει εκεί πρωί και βράδυ

μοναχός.

 

Έχασε μεγάλους κλώνους,

έμαθε πολλά.

Ζει διακόσια τόσα χρόνια

στρογγυλά.

 

Άκουσε τα καριοφύλια

είδε αμαρτωλούς,

πέρασε πολέμους, μπόρες,

κεραυνούς.

 

Μα βαστάει σαν παληκάρι,

όσο κι αν γερνά,

κι’ αγναντεύει πέρα ως πέρα

τα βουνά.

 

Για να θυμηθούμε τα έργα και τις ημέρες του Νίκου του Πέχα που συνδέονται τόσο στενά με τα ανέμελα παιδικά χρόνια αλλά και με τα καρδιοχτύπια των παιδιών, θα σας αναφέρουμε μια αληθινή ιστορία. 

 

Η περιγραφή όπως και όλες οι πληροφορίες που σας αναφέραμε είναι του χωριανού μας Καθηγητή κ. Ιωάννη Υφαντόπουλου. 

 

Συνέβη στα τέλη Ιουνίου του 1953 στο σχολείο του χωριού μας, λίγες μέρες προτού να τελειώσει η σχολική χρονιά. Εκείνη τη μέρα που συνέβη το περιστατικό στο οποίο αναφερόμαστε, η δασκάλα μας έλειπε και τα παιδιά όλων των τάξεων καθώς και τα μικρότερα μαζεύτηκαν σε μια αίθουσα με δάσκαλο τον ΝΙΚΟ ΠΕΧΑ. 

 

Οι δάσκαλοι εκείνα τα χρόνια έδειχναν κατανόηση και δέχονταν και τα μικρότερα παιδιά στο σχολείο μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους ώστε οι γονείς τους να κάνουν τις αγροτικές τους εργασίες απερίσπαστοι. 

 

Διαβάσαμε την ανάγνωση και γράψαμε την ορθογραφία της ημέρας. Στη συνέχεια μας ανέθεσε ο δάσκαλος μας να ζωγραφίσουμε ό,τι ήθελε ο καθένας μας, άλλος δέντρα και πλαγιές, άλλος πηγές, ποτάμια και ζώα και άλλος σπίτια και πουλιά. Στην πέμπτη και την έκτη τάξη πήγαιναν και πολλά μεγάλα παιδιά δεκαεπτά και δεκαοκτώ χρόνων που είχαν διακόψει τη φοίτηση τους σε σχολείο την εποχή του εμφυλίου πολέμου, όταν όλο το χωριό εγκατέλειψε τα σπίτια του και πήρε το δρόμο της προσφυγιάς για τα χωριά - κυρίως - του ΘΕΡΜΟΥ και του ΑΓΡΙΝΙΟΥ.  

 

Στην πέμπτη ή την έκτη τάξη πήγαινε και ο ήρωας της ιστορίας μας ΦΩΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΣ ή ΠΑΝΑΟΦΩΤΗΣ, όπως τον αποκαλούσαμε, ηλικίας τότε δεκαοκτώ ετών. 

 

Ο Φώτης πηγαινοερχόταν στο σχολείο κουβαλώντας μαζί του ένα κοντόκαννο εμπροσθογεμές ντουφέκι, μία φίστα, όπως λέγαμε τα όπλα αυτά. 

 

Πολλά παιδιά απ' τα 120 που είχε τότε το σχολείο μας προέρχονταν απ' τους συνοικισμούς του χωριού μας και βάδιζαν καθημερινά 3 και 4 ώρες δρόμο να 'ρθούνε στο σχολείο και να γυρίσουν, όταν τελείωναν τα μαθήματα, στα σπίτια τους. Όλες αυτές τις ώρες έτρωγαν συνήθως ένα ξεροκόμματο μπομπότας (χαμποκούκι το λέγαμε το ψωμί αυτό που φτιάχναμε με καλαμποκάλευρο) και το συνόδευαν με λίγο ξυνοτύρι ή με κανένα πράσο ή κρεμμύδι. 

 

Ανάμεσα σ' αυτά τα παιδιά ήταν και ο Φώτης που με τη μάνα του και τα μικρότερα αδέλφια του απ' το τέλος του Μάρτη μέχρι τις αρχές του Νοέμβρη πήγαιναν στις ΓΟΥΡΝΕΣ γιατί εκεί είχαν πιο πολλές δυνατότητες να βόσκουν τα γιδοπρόβατά τους.(θυμίζω ότι περιοχή απέχει 6-8 χιλιόμετρα απ' το χωριό μας). Ο πατέρας του Φώτη δούλευε στην Αθήνα και απουσίαζε.  

 

Στις Γούρνες, όπου ξεκαλοκαίριαζε και το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του χωριού μας, υπήρχαν άφθονα νερά και όλα τα χωράφια σπέρνονταν. Το στάρι, το καλαμπόκι, τα φασόλια, τα κρεμμύδια και οι πατάτες, που αποτελούσαν την κύρια τροφή κάθε οικογένειας εκείνον τον καιρό, προέρχονταν απ' τις Γούρνες. Εκεί υπήρχε και άφθονο κυνήγι και ο Φώτης, κυνηγώντας με τη φίστα του, εξασφάλιζε το κρέας της πολυμελούς οικογένειας του. 

 

Κυνηγούσε στο δάσος, ιδιαίτερα κατά την επιστροφή του απ' το σχολείο στο σπίτι του, γιατί το πρωί δεν είχε και πολλά περιθώρια, αφού ήταν υποχρεωμένος στις οκτώ, που άρχιζε το μάθημα, να βρίσκεται στο σχολείο. Τις προηγούμενες ημέρες το ντουφέκι το έκρυβε σε κάποια αχυροκαλύβα, από εκείνες που υπήρχαν τότε κοντά στο σχολείο, και το έπαιρνε το μεσημέρι, όταν τελείωναν τα μαθήματα και γύριζε στο σπίτι του. Φρόντιζε ωστόσο κάθε φορά να αλλάζει θέση για να μην του το πάρει κανείς, έστω και για αστείο. 

 

Δεν ξέρω γιατί εκείνη την ημέρα έφερε το ντουφέκι στο σχολείο, μέσα στην τάξη, και το έκρυψε - με ιδιαίτερη προφύλαξη - στο θρανίο του, σκεπάζοντάς το με τα λιγοστά βιβλία και τετράδια του για να μην το δει ο δάσκαλος. 

Κάτω ακριβώς από την αυλή του σχολείου υπήρχε τότε μία μαυροκερασιά του μπαρμπα-Τζίμη του Καματερογιάννη, του κουρέα του χωριού, ο οποίος πήγε στην Αμερική μετανάστης και κούρεψε εκεί "μαύρους και λευκούς χιλιάδες", όπως συνήθιζε να λέει. 

 

Στην κερασιά αυτή έρχονταν αρκετά κοτσύφια και ανενόχλητα έβρισκαν, όσο υπήρχαν κεράσια, την τροφή τους, αφού οι κυνηγοί του χωριού μας απέφευγαν να έρθουν να τα κυνηγήσουν την ώρα που λειτουργούσε το σχολείο. 

 

Τα κοτσύφια αυτά στάθηκαν για το Φώτη πραγματικός πειρασμός. Ίσως και γι' αυτό να έφερε στο σχολείο το ντουφέκι. 

 

Την ώρα που εμείς, τα μικρά της πρώτης (Α) ζωγραφίζαμε, ο δάσκαλος μας στον πίνακα έλυνε κάποιο πρόβλημα για τα παιδιά της έκτης (ΣΤ) τάξης που θα πήγαιναν να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο. 

 

Ο Φώτης απ' το ανοιχτό παράθυρο παρατηρούσε τα κοτσύφια που πηγαινοέρχονταν στη μαυροκερασιά. Όσο για τα προβλήματα, που έλυνε ο δάσκαλος μας, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον. "Πέρα έβρεχε" γι' αυτόν, όπως λέει ο λαός μας. Αποπειράθηκε βέβαια δυο-τρεις φορές να βγάλει το ντουφέκι, αλλά ο φόβος για το ξύλο που θα έτρωγε τον έκανε - την τελευταία στιγμή - να αναβάλει το εγχείρημα του.  

 

Τελικά δεν άντεξε στον πειρασμό. Τράβηξε τη φίστα του και την ώρα που ο δάσκαλος ήταν στον πίνακα έριξε - απ' το ανοιχτό παράθυρο - σ' ένα πουλί. 

 

Στο άκουσμα της ντουφεκιάς τρόμαξε ο δάσκαλος και εμείς, τα μικρά της πρώτης, καθώς είχαμε συγκεντρώσει την προσοχή μας στις ζωγραφιές μας, με το μπαμ, πεταχτήκαμε όρθια και βάλαμε τα κλάματα. Ο δάσκαλος γύρισε απότομα προς την τάξη και είδε το Φώτη να κρατάει το ντουφέκι του που κάπνιζε ακόμα απ' την ντουφέκια.  

 

-Σώπα, σώπα, δάσκαλε, δικός σου ο κόσσυβας του είπε ο Φώτης.

-Τον κακό σου τον καιρό, βρε γάιδα­ρε. Είσαι πολύ μεγάλο γαϊδούρι, το ξέρεις;

-Το ξέρω, το ξέρω, δάσκαλε.

-Τι έκανες, μωρέ; Δεν έχεις κουκού­τσι μυαλό; Δε σκέφτηκες ετούτα τα μι­κρά; Τι να τα κάνω τώρα;

 

Βιαστικά - στη συνέχεια - ο δάσκαλος κατευθύνθηκε προς την έδρα και άρπαξε τη βέργα. Πήγε κοντά στο Φώτη, που όρθιος κρατούσε ακόμα τη φίστα στα χέρια του. Κοντοστάθηκε, όμως. Ύστερα μαλάκωσε κάπως και του είπε:  

-Γκρεμοτσακίσου απ' εδώ, παλιογαιδούρι. Πάρε τον κόσσυφά σου και να μην ξαναπατήσεις στο σχολείο. Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου. Κατάλα­βες;

-Κατάλαβα, δάσκαλε, κατάλαβα του απάντησε ο Φώτης που βιαστικά ά­νοιξε την πόρτα και πήγε να πάρει το σκοτωμένο πουλί για να γυρίσει κατό­πιν στο σπίτι του, στα κυνήγια του και ύστερα από λίγο στη βιοπάλη. Αμέσως μετά, ο δάσκαλος μας ήρθε κοντά μας και μας ρώτησε:

-Μήπως κανένα από σας, μωρέ, τα έκανε απάνω του;

Δειλά-δειλά σηκώθηκαν δυο-τρία χέ­ρια, για να δείξουν   στο δάσκαλο   ό­τι πραγματικά κάτι δυσάρεστο είχε συμβεί.

Άντε, τώρα, πάρτε τις τσάντες σας και να πάτε στα σπίτια σας γρήγορα, μας είπε, για να σας αλλάξει η μάνα σας, αν είναι εκεί.

 

Σηκωθήκαμε και φύγαμε όλη η τάξη. Τότε ο δάσκαλος μας γύρισε στον πίνακα και τα προβλήματα της αριθμητικής, για να βοηθήσει μέχρι και την τελευταία ημέρα της σχολικής μας χρονιάς εκείνους τους μαθητές που ήθελαν και είχαν τις δυνατότητες να πάρουν το δρόμο της επιστήμης και των γραμμάτων ή και της βιοπάλης ακόμη, παρέχοντας μας τα κατάλληλα εφόδια και διδάσκοντας μας ότι κύριο μέλημα μας, πάνω απ' όλα, πρέπει να είναι το να γίνουμε ΑΝΘΡΩΠΟΙ. 

 

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη η μη αναφορά και σε ένα άλλο δάσκαλό μας τον Κώστα Λάζο. Η καταγωγή του ήταν από το Στένωμα της Ευρυτανίας και ήρθε και αυτός νεαρός δάσκαλος στο χωριό μας. Έγινε μάλιστα γαμπρός της Καστανιάς αφού παντρεύτηκε τη Χρυσούλα, την κόρη του μόνιμου δάσκαλου στην Καστανιά που προαναφέραμε του Πέχα.

Υπηρέτησε στο χωριό μας το έτος 1957.  

 

Είχε πάντοτε τη δίψα της γνώσης και ήθελε να γίνεται καλύτερος, για να μπορεί έτσι να βοηθάει αποτελεσματικότερα τους μαθητές του στο δύσκολο έργο τους. Τους έδινε αισιοδοξία τονίζοντάς τους ότι «της παιδείας οι ρίζες είναι πικρές, οι καρποί της όμως είναι γλυκοί».

Η μετέπειτα πορεία του ήταν λαμπρή.  

 

Μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήρε και το πτυχίο της Παντείου, υπηρέτησε σε δύσκολες, υπεύθυνες και κοπιαστικές διοικητικές θέσεις, και έγινε κατόπιν εξετάσεων Επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης. Ήταν έναν, έμπειρος, προσοντούχος , εργατικός, ευσυνείδητος και οραματιστής δάσκαλος. Μετά την σύνταξή του αρθρογράφησε σε πλήθος πνευματικών εντύπων. 

 

Για να δώσουμε μια εικόνα της προσωπικότητάς του σας διαβάζω την επιστολή του που στάλθηκε προς δημοσίευση στην εφημερίδα μας ‘’Ο ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ’’ κατά το έτος 2003. 

 

Προς το Σύλλογο Καστανιωτών Ευρυτανίας

 

Έλαβα την έγκριτη Εφημερίδα σας «Ο ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ», τη διάβασα με πολλή αγάπη και πολύ ενδιαφέρον και σας ευχαριστώ θερμότατα. Όμορφα τα κείμενά της και καλογραμμένα, με καθαρή γλώσσα, ορθή διατύπωση και εκφραστική πληρότητα, με άρτια πληροφόρηση και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Με συγκίνησαν πολύ οι παλιές φωτογραφίες των αείμνηστων και υπέροχων ανθρώπων – μπαρμπα Σωτήρη Βαστάκη, παπα Κώστα, παπα Τρύφωνα, μπαρμπα Βαγγέλη Παλαιού, Νίκου Παλαιού, κ.α.  και μου θύμισαν την εποχή που πρωτοδιορίστηκα ως δάσκαλος στην Καστανιά και πήρα εκεί το πρώτο βάπτισμα του δασκάλου και απόκτησα τις πρώτες εμπειρίες με μαθητές μου απ’ όλο το χωριό – κι απ’ τις Γούρνες, απ’ το Λιναράκι, απ’ το Κακαβάκι και απ’ άλλα μέρη-.

Εκεί πήγα γεμάτος όνειρα κι ελπίδες και φιλοδοξίες κι ανησυχίες και προβληματισμούς και με την επιθυμία να διαπλάσω παιδικές ψυχούλες με ζωντάνια και πνεύμα ελεύθερο που θα αγαπούσαν περισσότερο τα γράμματα και την απόκτηση παιδείας και λιγότερο το καθήκον για μάθηση. Πήγα σε ευλογημένο χωριό με ευλογημένους ανθρώπους, ευγενείς, ευπροσήγορους, φιλόξενους, καταδεκτικούς, με γλυκιά συμπεριφορά, ευθείς, με εύθυμη και πρόσχαρη διάθεση, που πρόσφεραν αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ελπίζει στη συνέχεια της ζωής.

Αυτή, η πρώτη εικόνα της διδασκαλικής μου ζωής, που ήταν πολύ όμορφη και γεμάτη ανθρωπιά, ικανοποίηση, χαρά και πίστη στη ζωή, δε σβήστηκε αν και πέρασαν από τότε σαράντα επτά χρόνια. Γυροφέρνουν στο μυαλό μου οι υπέροχες σχολικές ώρες, οι ωραίες αναμνήσεις, οι καλοί Καστανιώτες, οι μαθητές που αγαπούσα και μου πρόσφεραν μαζί με την αγάπη τους και το σεβασμό και την αφοσίωσή τους.

Η Εφημερίδα σας είναι από τα καλύτερα έντυπα που κυκλοφορούν στον τόπο μας και κυρίως γιατί αναφέρεται στο χωριό και στους Καστανιώτες. Πληροφορεί, ενημερώνει, γνωστοποιεί, σχολιάζει, ανασκαλεύει αναμνήσεις, που συγκινούν και εφοδιάζουν την ψυχή με δύναμη.

Μαζί με τις ευχαριστίες μου εκφράζω και τα συγχαρητήριά μου στον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου και σ’ όλους τους συντελεστές της έκδοσης για το θετικό και γόνιμο έργο που προσφέρουν στην όμορφη ΚΑΣΤΑΝΙΑ της Ευρυτανίας.

 

Με πολλή αγάπη  και εξαίρετη τιμή

Κώστα Λάζος.

 

Δημοσίευση: 26 Ιανουαρίου 2010